Η διοίκηση του Αγίου Όρους

Η διοίκηση του Αγίου Όρους καθ΄ όλη τη µακραίωνη ιστορική του πορεία, από τότε δηλαδή που επίσηµα οργανώθηκε σε αυτό ο µοναχικός βίος, µε την έκδοση του Τυπικού του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιµισκή το 972 µέχρι και σήµερα ακόµη, εξακολουθεί να διέπεται από ένα ιδιόµορφο πολιτικό και εκκλησιαστικό καθεστώς. Κι αυτό φαίνεται πολύ καθαρά µέσα από τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα (διατάγµατα) και "Τυπικά", τα Πατριαρχικά σιγίλλια (έγγραφα), τα σουλτανικά φιρµάνια, τους "Γενικούς Κανονισµούς" του Οικουµενικού Πατριαρχείου και τη µεταγενέστερη νοµοθεσία. Σήµερα, ύστερα από τη Συνθήκη των Σεβρών της 10ης Αυγούστου 1920, που επικυρώθηκε µε τη συνθήκη της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου 1923, το Άγιο Όρος υπάγεται στην κυριαρχία της Ελλάδος και διοικείται σύµφωνα µε τα όσα ορίζονται ρητά:

Πρώτο: στο άρθρο 105 του ισχύοντος Συντάγµατος της Ελλάδος του 1975/1986, το οποίο αποτελεί ακριβή επανάληψη των όσων περιλαµβάνονταν στα προηγούµενα Συντάγµατα. ∆ηλαδή στα άρθρα: 106-109 του Συντάγµατος της ∆΄ Εθνικής Συνελεύσεως των Αθηνών που δηµοσιεύτηκε το 1926, στα άρθρα 109-112 του Συντάγµατος του 1927, στο άρθρο 103 του Συντάγµατος του 1952 και στο άρθρο 122 του Συντάγµατος του 1968.

∆εύτερο: στον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος αρχικά συντάχτηκε από µια πενταµελή επιτροπή στις Καρυές τον Μάϊο του 1924 και ψηφίστηκε από την Έκτακτη ∆ιπλή Σύναξι των Είκοσι Μονών, που στη συνέχεια υποβλήθηκε στην Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία αφού το έδωσε για επεξεργασία σε µια ειδική Επιτροπή που έλαβε υπόψη της και τις τροποποιήσεις που πρότεινε το Οικουµενικό Πατριαρχείο, προχώρησε στην κύρωσή του µε το Νοµοθετικό ∆ιάταγµα της 10/16 Σεπτεµβρίου 1926.

Τρίτο: στο Νοµοθετικό ∆ιάταγµα της 10/16 Σεπτεµβρίου 1926 "περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους". Και τούτο γιατί σ΄ αυτό περιλαµβάνονται και άλλες διατάξεις που ρυθµίζουν την οργάνωση, τη διοίκηση και την απονοµή της δικαιοσύνης στο Άγιο Όρος.

Τέταρτο: σε διατάξεις αυτοκρατορικών χρυσοβούλλων, Πατριαρχικών σιγιλλίων, σουλτανικών φιρµανίων κ.α. που δεν καταργήθηκαν από τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους και το Νοµοθετικό ∆ιάταγµα της 10/16 Σεπεµβρίου 1926.

Πέµπτο: στις κανονικές διατάξεις της Έκτακτης Εικοσαµελούς Συνάξεως. Οι διατάξεις αυτές εκδίδονται ύστερα από σχετική εξουσιοδότηση, αλλά για να ισχύσουν πρέπει πρώτα να κοινοποιηθούν στο ∆ιοικητή του Αγίου Όρους και στη συνέχεια να επικυρωθούν από τον Υπουργό των Εξωτερικών, εκτός αν και οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε θέµατα καθαρά πνευµατικής φύσεως, οπότε ανακοινώνονται για έγκριση στο Οικουµενικό Πατριαρχείο.

Έκτο: στους Εσωτερικούς Κανονισµούς των Μονών και των Σκητών, οι οποίοι εγκρίνονται από την Ιερά Κοινότητα και τις Κυρίαρχες Μονές, υπό την προϋπόθεση βέβαια να µην έρχονται αυτοί σε αντίθεση µε τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.

Έβδοµο: σε έθιµα που δεν καταργήθηκαν.

Και επί τη βάσει των νοµοθετικών αυτών κειµένων που προαναφέρθηκαν θα παρουσιαστεί µε πολλή συντοµία η όλη δοµή του διοικητικού συστήµατος που επικρατεί σήµερα στο Άγιο Όρος. Έτσι, η χερσόνησος του Άθω, από τη Μεγάλη Βίγλα και πέρα, η οποία αποτελεί την περιοχή του Αγίου Όρους είναι, σύµφωνα µε το αρχαίο προνοµιακό καθεστώς του, αυτοδιοίκητο τµήµα του Ελληνικού Κράτους, του οποίου η κυριαρχία πανω σ' αυτό παραµένει άθικτη. Από πνευµατική άποψη το Άγιο Όρος διατελεί υπό την άµεση δικαιοδοσία του Οικουµενικού Πατριαρχείου. Όλοι όσοι µονάζουν σ΄ αυτό αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια µόλις προσληφθούν ως δόκιµοι ή µοναχοί, χωρίς άλλη διατύπωση. Το Άγιο Όρος διοικείται, σύµφωνα µε το καθεστώς του, από τις είκοσι Ιερές Μονές του, µεταξύ των οποίων είναι κατανεµηµένη ολόκληρη η χερσόνησος του Άθω, το έδαφος της οποίας είναι αναπαλλοτρίωτο.

Η διοίκηση του ασκείται από αντιπροσώπους των Ιερών Μονών, οι οποίοι αποτελούν την Ιερή Κοινότητα. ∆εν επιτρέπεται καµία απολύτως µεταβολή στο διοικητικό σύστηµα ή στον αριθµό των Μονών του Αγίου Όρους, ούτε στην ιεραρχική τάξη και τη θέση τους προς τα υποτελή τους εξαρτήµατα.

Απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος ετερόδοξοι ή σχισµατικοί.

Ο λεπτοµερής καθορισµός των αγιορειτικών καθεστώτων και του τρόπου της λειτουργίας τους γίνεται από τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, τον οποίο, µε σύµπραξη του αντιπροσώπου του Κράτους, συντάσσουν και ψηφίζουν οι είκοσι Ιερές Μονές και τον επικυρώνουν το Οικουµενικό Πατριαρχείο και η Βουλή των Ελλήνων.

Η ακριβής τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων τελεί ως προς το πνευµατικό µέρος υπό την ανωτάτη εποπτεία του Οικουµενικού Πατριαρχείου και ως προς το διοικητικό µέρος υπό την εποπτεία του Κράτους, στο οποίο ανήκει αποκλειστικά και η διαφύλαξη της δηµόσιας τάξης και ασφάλειας.

Οι πιο πάνω εξουσίες του Κράτους ασκούνται από ∆ιοικητή, του οποίου και τα δικαιώµατα και τα καθήκοντα καθορίζονται µε νόµο. Με νόµο επίσης καθορίζονται η δικαστική εξουσία που ασκούν οι µοναστηριακές αρχές και η Ιερή Κοινότητα, καθώς και τα τελωνειακά και φορολογικά πλεονεκτήµατα του Αγίου Όρους (άρθρ. 105 && 1-5 του Συντάγµατος 1975/86).

Έτσι από τη διάταξη αυτή του Συντάγµατος, στο Άγιο Όρος πρέπει να συνυπάρχουν δύο διοικητικές Αρχές. Μία Πολιτική ∆ιοικητική Αρχή και µία Μοναστηριακή ∆ιοικητική Αρχή. Στην πρώτη υπάγεται ο ∆ιοικητής του Αγίου Όρους, ο οποίος διορίζεται µε Π.∆ιάταγµα που προκαλείται από τον Υπουργό των Εξωτερικών, στη δικαιοδοσία του οποίου και ανήκει. Ο ∆ιοικητής δεν εποπτεύει µόνο σε ότι αφορά στη δηµόσια τάξη και ασφάλεια, αλλά και στην τήρηση του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους. Επίσης ο ίδιος προκαλεί και την προσοχή της Ιερής Κοινότητας για τις παραβάσεις που κάνει οποιαδήποτε Μοναστηριακή Αρχή που βρίσκεται στο Άγιο Όρος. Κατά την ενάσκηση δε των καθηκόντων του αυτών, ο ∆ιοικητής έρχεται σε άµεση επαφή µε την Ιερή Κοινότητα και τις άλλες Μοναστηριακές Αρχές αλληλογραφώντας µε αυτές. Σε περίπτωση δε απουσίας ή κωλύµατός του αναπληρώνεται από τον γραµµατέα του. Επίσης ο ∆ιοικητής είναι εκείνος ο οποίος διατάζει τα όργανα που βρίσκονται στη δικαιοδοσία του, δηλαδή τη δύναµη της χωροφυλακής και το προσωπικό της ∆ιοίκησης, για την εκτέλεση των αποφάσεων της Ιερής Κοινότητας και των Μοναστηριακών Αρχών (άρθρ.3-5,Ν.∆. 10/16.9.1926).

Και στη δεύτερη, στη Μοναστηριακή δηλαδή ∆ιοικητική Αρχή, προκειµένου να εξασφαλιστεί η αυτοδιοίκηση που υπάρχει στο Άγιο Όρος, υπάγονται τόσο τα επιµέρους διοικητικά, µονοπρόσωπα και συλλογικά όργανα καθεµιάς από τις είκοσι Ιερές Κυριαρχικές, Βασιλικές, Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές Μονές, που ούτε ο αριθµός τους, ούτε η ιεραρχική τους τάξη µπορεί να µεταβληθεί, όσο και τα γενικά διοικητικά όργανα του Αγίου Όρους, που είναι η Ιερή Κοινότητα, η Ιερή Επιστασία και η Έκτακτη Εικοσαµελής Σύναξη.

Και οι Μονές αυτές λέγονται: "Κυρίαρχες", γιατί όχι µόνον έτσι ονοµάζονται αυτές στο Άγιο Όρος και αυτοδιοικούνται σύµφωνα µε το δικό τους Εσωτερικό Κανονισµό, αλλά και γιατί σε αυτές υπάγονται όλα τα Εξαρτήµατα που βρίσκονται στο Άγιο Όρος, δηλαδή οι Σκήτες, τα Κελλιά, οι Καλύβες, τα ησυχαστήρια και τα καθίσµατα κατά τα ανέκαθεν κρατούντα. "Βασιλικές και Πατριαρχικές" γιατί είτε ιδρύονταν, είτε προστατεύονταν αντίστοιχα από βασιλείς ή Πατριάρχες, και "Σταυροπηγιακές", γιατί τοποθετείται σε αυτές σταυρός που αποστέλλεται από το Οικουµενικό Πατριαρχείο. Έτσι οι Μονές κατά ιεραρχική αµετάβλητη τάξη, η οποία δεν µπορεί να αυξοµειωθεί, είναι:

  1. της Μεγίστης Λαύρας που ιδρύθηκε το 963.
  2. του Βατοπεδίου που ιδρύθηκε το 972.
  3. των Ιβήρων που ιδρύθηκε επίσης το 972.
  4. του Χιλανδαρίου που ιδρύθηκε το 1197 και είναι σερβική.
  5. του ∆ιονυσίου που ιδρύθηκε το 1375.
  6. του Κουτλουµουσίου που ιδρύθηκε το 12 αιώνα.
  7. του Παντοκράτορος που ιδρύθηκε το 1363.
  8. του Ξηροποτάµου που ιδρύθηκε το 970 ( ; ).
  9. του Ζωγράφου που ιδρύθηκε γύρω στο 973 και είναι βουλγαρική.
  10. του ∆οχειαρίου που ιδρύθηκε γύρω στο 970.
  11. του Καρακάλλου που ιδρύθηκε στις αρχές του 11ου αιώνα.
  12. του Φιλοθέου που ιδρύθηκε γύρω στα τέλη του 10ου αιώνα.
  13. της Σίµωνος Πέτρας που ιδρύθηκε το πρώτο µισό του 14ου αιώνα.
  14. του Αγίου Παύλου που ιδρύθηκε το δεύτερο µισό του 10ου αιώνα.
  15. του Σταυρονικήτα από το 1541.
  16. του Ξενοφώντος που ιδρύθηκε στα τέλη του 10ου αιώνα.
  17. του Γρηγορίου που ιδρύθηκε πριν από τα µέσα του 14ου αιώνα.
  18. του Εσφιγµένου που ιδρύθηκε στα τέλη του 10ου αιώνα.
  19. του Ρωσικού (του Παντελεήµονος) που ιδρύθηκε το 10ο αιώνα, και
  20. του Κωνσταµονίτου που ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα.

Οι Μονές αυτές παλαιότερα διακρίνονταν σε "κοινόβιες" και σε "ιδιόρρυθµες" ανάλογα µε τον τρόπο της οργάνωσης και της διοίκησής τους. Σήµερα εξακολουθούν όχι µόνον να αυτοδιοικούνται, να διοικούνται δηλαδή σύµφωνα µε τα όσα ορίζει ο Εσωτερικός τους Κανονισµός, ο οποίος ψηφίζεται από τις ίδιες και εγκρίνεται από την Ιερή Κοινότητα που τις εποπτεύει, αλλά και να διαχειρίζονται µόνες τους τις περιουσίες τους. Έτσι σήµερα όλες ανεξαιρέτως οι Μονές του Αγίου Όρους είναι κοινόβιες και στα Εξαρτήµατα των Κυρίαρχων αυτών Μονών, όπως αναφέρθηκε, ανήκουν: Οι "Σκήτες", δηλαδή ένα σύνολο "καλυβών" (βλ. περισσότερα πιο κάτω) ή "καλυβιών" ή και µικρότερων ακόµη οικηµάτων, όπως είναι τα "ησυχαστήρια", τα "καθίσµατα ", τα "ερηµητήρια" και οι "εγκλείστρες", το οποίο διέπεται από έναν Εσωτερικό Κανονισµό που εγκρίνεται από την Κυρίαρχη Μονή.

Οι Σκήτες είναι δώδεκα. Τέσσερις κοινόβιες και οκτώ ιδιόρρυθµες.

Κοινόβιες είναι: 1) η Σκήτη επ' ονόµατι της Κοιµήσεως της Θεοτόκου (Βογορόδιτσα) της Μονής του Αγίου Παντελεήµονος (του Ρωσικού), 2) η Σκήτη επ' ονόµατι του Προφήτη Ηλία της Μονής του Παντοκράτορος, 3) η Σκήτη επ' ονόµατι του Τιµίου Προδρόµου της Μονής Μεγίστης Λαύρας και 4) η Σκήτη επ' ονόµατι του Αγίου Ανδρέου της Μονής Βατοπεδίου.

Ιδιόρρυθµες είναι: 1) η Σκήτη επ΄ ονόµατι της Αγίας Άννας της Μονής Μεγίστης Λαύρας, 2) η Σκήτη της ίδιας Μονής επ' ονόµατι της Αγίας Τριάδας- Καυσοκαλυβίων, 3) η Σκήτη επ΄ονόµατι του Τιµίου Προδρόµου της Μονής των Ιβήρων, 4) η Σκήτη του Αγίου ∆ηµητρίου της Μονής Βατοπεδίου, 5) η Σκήτη επ΄ονόµατι του Αγίου Παντελεήµονος της Μονής Κουτλουµουσίου, 6) η Σκήτη επ΄ ονόµατι του Γενεσίου της Θεοτόκου (Νέα Σκήτη) της Μονής του Αγίου Παύλου, 7) η Σκήτη της ίδιας Μονής επ' ονόµατι του Αγίου ∆ηµητρίου (Λάκκου) και 8) η Σκήτη επ' ονόµατι του Ευαγγελισµού της Θεοτόκου της Μονής Ξενοφώντος. Κάθε Σκήτη οφείλει να τηρεί αναλλοίωτη την οργάνωση και τη διοίκησή της που της καθορίζεται από έναν Εσωτερικό Κανονισµό, ο οποίος εγκρίνεται από την Κυρίαρχη Μονή και ο οποίος δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση µε τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.

Τα "Κελλιά", ένα είδος, δηλαδή, µοναστικών αγροτικών οικηµάτων, όπου σε κάθε ένα από αυτά ασκείται ένας µοναχός που καλείται γέροντας και είναι εξοικειωµένος µε τη µοναστική ζωή, γιατί ασκήθηκε ως αδελφός στην Κυρίαρχη Μονή. Αν και τον γέροντα αυτόν συνήθως τον ακολουθούν και δύο ακόµη µοναχοί. Παρά ταύτα τα τρία αυτά πρόσωπα του κάθε Κελλιού µπορούν να προσλάβουν και άλλους ακόµη τρεις δόκιµους µοναχούς ή υποτακτικούς, χωρίς όµως να επιτρέπεται η παραπέρα αύξηση του αριθµού της.

Οι "Καλύβες", τα "ησυχαστήρια", τα "καθίσµατα", τα "ερηµητήρια" και οι "εγκλείστρες" είναι τόποι ιεροί των Κυρίαρχων Μονών, στους οποίους ασκείται ένας συνήθως µοναχός, ο οποίος ζει από τα ελέη των Μονών και τους καρπούς της γης.

Στα µονοπρόσωπα διοικητικά όργανα των Μονών και των Εξαρτηµάτων τους υπάγονται: Ο Ηγούµενος για τις Μονές. Αυτός είναι αιρετός και ισόβιος. Και για να εκλεγεί πρέπει όχι µόνο να έχει: α) χρηστό ήθος, σταθερή ευσέβεια, ανεπίλεπτη διαγωγή, εκκλησιαστική µόρφωση, εγκύκλιο παιδεία και διοικητική ικανότητα, β) ηλικία 40 τουλάχιστον ετών, και γ) κουρά στο Άγιο Όρος, προτιµωµένου εκείνου που είχε εγγραφεί στη Μονή πριν από 10 χρόνια, αλλά και να µην έχει καταδικαστεί για κατάχρηση µοναστηριακής περιουσίας. Και σε περίπτωση που διαπιστωθεί από την αδελφότητα της Μονής, πως δεν υπάρχει µεταξύ των αδελφών της κανένας υποψήφιος µε τα προσόντα που ορίζει ρητά ο Καταστατικός Χάρτης, τότε επιτρέπεται να προσκληθεί οποιοσδήποτε µοναχός από το Άγιο Όρος, ο οποίος θεωρείται κατάλληλος για Ηγούµενος της Μονής. Τον Ηγούµενο τον εκλέγουν µε µυστική ψηφοφορία όλοι οι αδελφοί της Μονής που έχουν συµπληρώσει εξαετία από τότε που εκάρησαν µοναχοί. Το αντίγραφο του Πρακτικού της εκλογής αποστέλλεται στην Ιερή Κοινότητα για την εγκατάσταση του Ηγουµένου σύµφωνα µε τα έθιµα που ισχύουν και για τη γνωστοποίηση της εκλογής του στο Οικουµενικό Πατριαρχείο.

Ο Ηγούµενος, ως πνευµατικός πατέρας, ασκεί µόνος του την πνευµατική εξουσία πάνω στους αδελφούς της Μονής. Επιβλέπει, δηλαδή, την ψυχική τους κατάσταση, προλαµβάνει κάθε εκτροπή τους και τους καθοδηγεί µε τη διδασκαλία και την υποδειγµατική του ζωή στον προορισµό τους. Γι' αυτό και οι αδελφοί του µοναχοί οφείλουν να τον σέβονται και να τον υπακούουν. Ενώ κατά την άσκηση της διοικητικής του εξουσίας οφείλει να συνεργάζεται υποχρεωτικώς µε την "Επιτροπή" (βλ. πιο κάτω) έτσι ώστε να µην είναι δυνατή καµιά ενέργειά του χωρίς τη γνώµη της "Επιτροπής", όπως και της "Επιτροπής" χωρίς τη γνώµη του Ηγούµενου. Κι αυτό γιατί τόσο ο Ηγούµενος, όσο και η "Επιτροπή" αποτελούν και οι δύο µαζί, την εκτελεστική Αρχή των αποφάσεων της "Γεροντίας" (βλ. πιο κάτω). Τέλος, σε καµιά περίπτωση δεν επιτρέπεται τόσο η συγκέντρωση όλης της διοικητικής εξουσίας στα χέρια του Ηγούµενου, όσο και ο σφετερισµός των δικαιωµάτων της "Επιτροπής" ή της Γεροντίας από τον ίδιο.

Ο &

© 2015 Diologos.org | Policy | |